Greece

Αυξάνει ο βαθμός πολυπλοκότητας των διεθνών κλινικών μελετών


Οι κλινικές μελέτες είναι μοχλός ανάπτυξης και εμπορικής εξέλιξης μιας φαρμακευτικής εταιρείας.


Η κλινική έρευνα αποτελεί άλλωστε τον προπομπό ανάπτυξης νέων φαρμάκων και τεχνολογιών ώστε να υπάρξει πρόοδος στην ιατρική έρευνα. Στο πλαίσιο αυτό, οι κλινικές μελέτες θα πρέπει να διεξάγονται σε ένα περιβάλλον που θα διασφαλίζει συνθήκες  καινοτομίας αλλά και προστασίας όλων των εμπλεκόμενων μερών. Τα τελευταία χρόνια, οι φαρμακευτικές εταιρείες, καθώς και οι  επιστημονικές ερευνητικές ομάδες, διεξάγουν κλινικές μελέτες εκτός των συνόρων της χώρας τους σκοπεύοντας να βελτιώσουν τον χρόνο ανάπτυξης του φαρμάκου, να μειώσουν το λειτουργικό κόστος και να απευθυνθούν σε ομάδες ασθενών που είναι πιο κατάλληλοι και δεκτικοί (treatment naive)  σε καινοτόμες θεραπείες.

Στο νέο αυτό περιβάλλον, ο βαθμός πολυπλοκότητας στις πολυκεντρικές, πολυεθνικές μελέτες αυξάνεται εκθετικά ενώ οι προκλήσεις σε θέματα αντιμετώπισης πιθανών κινδύνων που ενέχονται στις κλινικές μελέτες είναι σημαντικές και απαιτούν ειδική διαχείριση. Η ασφάλιση ως μέσο  διαχείρισης του ειδικού αυτού κίνδυνου αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη λύση στην αντιμετώπιση των προκλήσεων όπως αυτές περιγράφονται  ακολούθως.


Ρυθμιστικό και Κανονιστικό Πλαίσιο

Το ρυθμιστικό πλαίσιο κάθε χώρας που εποπτεύεται από την αντίστοιχη επιτροπή δεοντολογίας, σε συνδυασμό με τις ιδιαιτερότητες του νομικού πλαισίου κάθε χώρας,  δημιουργούν την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ του χορηγού και της ασφαλιστικής εταιρείας, ώστε να  διασφαλιστεί ικανή κάλυψη η οποία θα συμμορφώνεται πλήρως με την καλή τοπική πρακτική.

Προσπάθειες εναρμόνισης  του ρυθμιστικού πλαισίου των κλινικών μελετών σύμφωνα με την Ορθή Κλινική Πρακτική (GCP) είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά έχουν περιορισμένη επιτυχία έως σήμερα. Ένας συνέχως αυξανόμενος αριθμός χωρών στην Ασία, Λατ. Αμερική, Αν. Ευρώπη & Αφρική έχουν υιοθετήσει τους κανόνες αυτούς ως οδηγία ή έχουν εναρμονίσει την νομοθεσία τους αντιστοίχως. Επίσης, η περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κυβερνητικών φορέων των ΗΠΑ (FDA), της Ευρώπης (EMA) και άλλων χωρών θα οδηγήσει σε ένα πιο σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο για την παγκόσμια κοινότητα.
 
Παρόλα αυτά, ο δρόμος προς την εναρμόνιση του ασφαλιστικού πλαισίου είναι ακόμα μακρύς ακόμα και εντός της ευρωπαϊκής επικρατείας. Συγκεκριμένα, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες εναρμονίζονται με την οδηγία της  4ης Απριλίου 2001 (Directive 2001/20/EC) η οποία θέτει την  ασφαλιστική κάλυψη ως βασικό προαπαιτούμενο για μια κλινική μελέτη, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, όσον αφορά τα όρια και το εύρος και τους όρους  της κάλυψης. Συγκεκριμένα, η οδηγία αφήνει ανοιχτό στα κράτη μέλη να αποφασίσουν εκείνα για τον τρόπο που θα ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της ασφαλιστικής κάλυψης.
 
Στην Γαλλία, για παράδειγμα, απαιτείται όριο κάλυψης  1 εκ Ευρώ ανά συμμετέχοντα και 6 εκ Ευρώ για την μελέτη συνολικά, όρια που είναι σημαντικά υψηλοτέρα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επίσης, η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να παραμένει σε ισχύ 10 χρόνια μετά την περάτωση της μελέτης.
 
Στην Γερμανία, πέρα από την ασφαλιστική κάλυψη για λάθη ή παραλήψεις κατά την εκτέλεση της κλινικής μελέτης, είναι υποχρεωτική η ασφάλιση των συμμετεχόντων για την μετακίνησή τους από και προς το κέντρο που διεξάγεται η μελέτη.

Η Σουηδία αποτελεί επίσης ιδιάζουσα περίπτωση. Στην συγκεκρίμενη χώρα η ασφάλιση των κλινικών μελετών δεν είναι υποχρεωτική από τον νόμο. Η αντίστοιχη Σουηδική αρχή (Swedish Medical Products Agency) προσφέρει ασφαλιστική κάλυψη μέσω ενός ομαδικού προγράμματος ασφάλισης (pool). Το ομαδικό πρόγραμμα προσφέρει κάλυψη για όλες τις μελέτες χωρίς να δεσμεύονται συγκεκριμένα όρια για την κάθε μελέτη. Με βάση αυτό το σενάριο, η αποζημίωση μελλοντικών απαιτήσεων θα εξαρτάται ευθέως από τα διαθέσιμα όρια την στιγμή της απαίτησης. Με άλλα λόγια, μια μεγάλη απαιτήση προς έναν χορηγό, μπορεί να εξαντλήσει μεγάλο μέρος του συνολικού “ομαδικού” ορίου αφήνοντας μερικώς ή εν όλω απροστάτευτους  τους υπόλοιπους χορηγούς.

Σε αναδυόμενες αγορές όπως η Κίνα και η Ινδία, όπου σύμφωνα με το ClinicalTrials.gov  (https://www.clinicaltrials.gov/ct2/resources/trends) διεξάγονται ή βρίσκονται σε διαδικασία επιλογής συμμετεχόντων  4.562 & 610 μελέτες αντιστοίχως,  δηλαδή ποσοστό 1% και 7% επί του συνόλου των 63.294 κλινικών μελετών παγκοσμίως,  η ασφαλιστική κάλυψη δεν είναι υποχρεωτική αλλά υιοθετείται λόγω καλής τοπικής πρακτικής. Επίσης, καταλυτικός παράγοντας για την ασφάλιση στις αγορές αυτές είναι η ανάγκη κάλυψης  τυχόν ευθυνών του χορηγού που στις περισσότερες περιπτώσεις  έχει έδρα στην Αμερική ή στην Ευρώπη και επιθυμεί να προστατευθεί από κινδύνους που θα ενεργοποιηθούν από τον CRO που εκτελεί την μελέτη για λογαριασμό και κατ’ εντολή  του.
 

Διαχείριση ασφαλιστικού κινδύνου

Οι ασφαλιστές αξιολογώντας τον κλινικό κίνδυνο, λαμβάνουν υπ’ όψιν τους μια σειρά από παράγοντες για να αποφασίζουν εάν θα καλύψουν μια κλινική μελέτη καθώς και τους όρους της ασφαλιστικής κάλυψης. Οι βασικοί παράγοντες εκτίμησης του κινδύνου αφορούν το πρωτόκολλο της μελέτης και ποσό άρτια σχεδιασμένο είναι, το έντυπο συγκατάθεσης και το πόσο εύληπτο είναι για τους συμμετέχοντες, το επίπεδο κατάρτισης του ιατρικού/επιστημονικού δυναμικού που συμμετέχει στην μελέτη καθώς και την επιστημονικοτεχνική επάρκεια  των κέντρων που συμμετέχουν.

Παρόλα αυτά, οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις κλινικές μελέτες διαφοροποιούνται σημαντικά από χώρα σε χώρα και η έκθεση σε ένα καταστροφικό γεγονός ενδεχομένως να είναι πολύ υψηλότερη σε κάποιες χώρες έναντι αυτής σε κάποιες άλλες. Επιπλέον, βασικοί παράγοντες που διαφοροποιούν τον ασφαλιστικό κίνδυνο σε επίπεδο χώρας είναι το νομικό πλαίσιο και το πώς αυτό επιτρέπει στον χορηγό να υπερασπίσει τα συμφέροντά του σε ενδεχόμενη απαίτηση καθώς και οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις, όπως αυτές ορίζονται από τις αρχές ή τις επιτροπές δεοντολογίας.
 
Σε ένα περιβάλλον όπου οι πολυεθνικές μελέτες είναι σε φάση πλήρους ανάπτυξης,  η επιλογή των χωρών που θα διεξαχθεί η μελέτη εξαρτάται ευθέως από την ευκολία ασφάλισης  στην χώρα αυτή. Χώρες με ανελαστικό και ασαφές πλαίσιο ασφάλισης θέτουν σε κίνδυνο δύο από τους βασικούς παράγοντες μιας πολυκεντρικής, πολυεθνικής μελέτης, τον χρόνο ανάπτυξης του φαρμάκου και το λειτουργικό κόστος.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα προηγούμενα, ένας πολυεθνικός σύμβουλος και μεσίτης ασφαλίσεων, με πρόσβαση σε διεθνείς ασφαλιστικές αγορές, μπορεί να διασφαλίσει ότι οι όροι ασφάλισης ικανοποιούν τις τοπικές απαιτήσεις, ότι το ρίσκο της κλινικής μελέτης έχει αναληφθεί από έναν φερέγγυο ασφαλιστικό φορέα και ότι το κόστος ασφάλισης παραμένει ανταγωνιστικό.


Διαχείριση απαιτήσεων

Η διαχείριση τυχόν απαιτήσεων μπορεί τεχνικά να αποτελεί μέρος της διαχείρισης του ασφαλιστικού κινδύνου, πρόκειται όμως για μια διακριτή πρόκληση, στην οποία συχνά δεν δίνεται η απαραίτητη προσοχή λόγω της μικρής συχνότητας των απαιτήσεων. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, σύμφωνα με  στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδας 1 για το έτος 2016, υπάρχουν μόνο δύο απαιτήσεις που συνδέονται με κλινικές μελέτες και αντιστοιχούν σε συχνότητα ζημιών 0,8%,  με αντίστοιχο αποθεματικό 207.403  Ευρώ. Παραδείγματα όμως, όπως αυτό της μελέτης Φάσης Ι για το BIA 10-247, δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Κατά τη διάρκεια της μελέτης που διεξήχθη στην Γαλλία στις αρχές του 2016, 6 από τους 8 υγιείς εθελοντές εισήχθησαν στο νοσοκομείο ενώ τελικά ένας από αυτούς κατέληξε.  Μέχρι την στιγμή που γράφεται το άρθρο αυτό οι ευθύνες δεν έχουν ακόμα αποδοθεί.

Η διαχείριση απαιτήσεων σε χώρες, όπως της Ανατολικής Ευρώπης, της Αφρικής ή την Ινδία είναι κρίσιμης σπουδαιότητας. Στις περιοχές αυτές, συχνά αναδύονται προβλήματα που αφορούν ή προέρχονται από πολιτισμικές διαφορές έως και νομικά θέματα. Σε πολλές χώρες, σωματικές βλάβες που δεν σχετίζονται με την μελέτη αλλά έγιναν στις εγκαταστάσεις του κέντρου που λαμβάνει χώρα η μελέτη, μπορούν να αποτελέσουν αιτία απαίτησης προς τον χορηγό της μελέτης.

Ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για μεγάλο αριθμό απαιτήσεων, το ενδεχόμενο κόστος όταν συμβεί ένα ατύχημα μπορεί να είναι έως και καταστροφικό για τον χορηγό, ο οποίος συχνά είναι μια ανεξάρτητη μη-κερδοσκοπική επιστημονική ομάδα.

Επιπλέον, υπάρχουν χώρες όπου το ρυθμιστικό πλαίσιο επιβάλλει την διαχείριση των απαιτήσεων τοπικά. Παρόλα αυτά, και στις χώρες αυτές που δεν απαιτείται τοπική διαχείριση της ζημιάς, η ασφαλιστική εταιρεία θα πρέπει να έχει εξασφαλίσει την ύπαρξη τοπικής ομάδας νομικών συμβούλων που θα συνεπικουρεί στην άμεση & λυσιτελή διαχείριση πιθανών απαιτήσεων.

Καθώς η φαρμακευτική βιομηχανία αναμένεται να διατηρήσει την εξωστρέφεια της στην ανάπτυξη κλινικών μελετών εκτός Αμερικής και Δυτικής Ευρώπης, τα θέματα  της  ασφάλισης είναι μέρος της ατζέντας. Επιλέγοντας την Aon για την Ασφάλιση Κλινικών Δοκιμών, αποκτάτε πρόσβαση σε niche ασφαλιστικές αγορές και αναπτύσσουμε για εσάς καινοτόμες ασφαλιστικές λύσεις, κάνοντας χρήση ενός πολυεθνικού δικτύου συμβούλων με πολυετή  εμπειρία στον χώρο των Life Sciences.

Πηγές

1.Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (http://www1.eaee.gr/sites/default/files/oikmel-GeneraLCivilLiability2016gr.pdf )
2. www.Clinicaltrials.gov 
3. Sixth Edition of Aon’s Life Sciences Clinical Trials Risk Map, June 2018
4. Insuring Global Clinical Trials , http://www.pharmexec.com/insuring-global-clinical-trials?pageID=1   FarmExec.com
5. International Workshop, The Need for Harmonisation of Clinical Trials Insurance in Europe, 28 June 2010, EORTC Headquarters, Brussels, Belgium

 

Αργύρης Καρφάκης
Senior Account Executive  |  Multinational Clients, Clinical Trials
+30 213 017 7100 (Αθήνα)
argiris.karfakis@aon.gr